
Δημήτρης Ν. Λύρας, MD, MSc, PhD
ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ

Κάταγμα Ισχίου
Τι Είναι Το Κάταγμα Ισχίου;
Το κάταγμα ισχίου, το οποίο ονομάζεται και κάταγμα γοφού, αποτελεί έναν πολύ σοβαρό τραυματισμό, ο οποίος συμβαίνει αρκετά συχνά σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας εξαιτίας της οστεοπόρωσης. Ωστόσο, δεν είναι σπάνια σε άτομα μικρότερης ηλικίας, έπειτα από μία πτώση ή ένα τροχαίο ατύχημα. Αυτό που συμβαίνει κατά το κάταγμα του ισχίου είναι ότι ραγίζει ή σπάει το πάνω τμήμα του μηριαίου οστού, εντός ή κοντά στην άρθρωση του ισχίου.
Ο τραυματισμός αυτός χαρακτηρίζεται ως πολύ σοβαρός καθώς το ισχίο είναι πολύ σημαντικό για την κινητικότητα του σώματος, συμβάλλοντας στη βάδιση, την αλλαγή της θέσης και το κάθισμα. Για τον λόγο αυτό, είναι μια εξαιρετικά επείγουσα ιατρική κατάσταση η οποία πρέπει να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται το γρηγορότερο δυνατό ώστε να μην οδηγήσει σε πιο σοβαρά προβλήματα, ιδιαίτερα σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν και συνοδές παθήσεις.

Επιπλέον, τα κατάγματα ισχίου συνοδεύονται συχνά από σημαντικές επιπλοκές, όπως θρομβώσεις, πνευμονική εμβολή, πνευμονία και κατακλίσεις, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς με περιορισμένη κινητικότητα. Η έγκαιρη διάγνωση και ο σχεδιασμός της κατάλληλης θεραπείας μειώνουν σημαντικά αυτούς τους κινδύνους. Σημαντικός παράγοντας πρόληψης είναι η διατήρηση της καλής οστικής πυκνότητας μέσω ενός προγράμματος διατροφής το οποίο είναι πλούσιο σε ασβέστιο και βιταμίνη D, η τακτική σωματική άσκηση, η αποφυγή πτώσεων και η έγκαιρη αντιμετώπιση των χρόνιων παθήσεων οι οποίες επηρεάζουν τα οστά και την ισορροπία. Η ενημέρωση των ασθενών για τα προειδοποιητικά σημάδια και η άμεση αναζήτηση ιατρικής βοήθειας σε περίπτωση τραυματισμού είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών.
Τύποι Καταγμάτων Ισχίου
Τα κατάγματα ισχίου ταξινομούνται σε τρεις τύπους, ανάλογα με την περιοχή του ανώτερου τμήματος του μηριαίου οστού στην οποία συμβαίνει ο τραυματισμός, και αυτοί είναι το υποκεφαλικό, το διατροχαντήριο και το υποτροχαντήριο κάταγμα γοφού.
Υποκεφαλικό Κάταγμα Ισχίου
Το υποκεφαλικό κάταγμα ισχίου είναι ένα ενδοαρθρικό κάταγμα το οποίο εντοπίζεται στον αυχένα του μηριαίου, το τμήμα δηλαδή του οστού που βρίσκεται μέσα στον αρθρικό θύλακο της άρθρωσης του ισχίου. Στην περιοχή αυτή υπάρχει μεν το αρθρικό υγρό το οποίο λειτουργεί ως λιπαντικό, αλλά η ανατομική θέση του κατάγματος το καθιστά ιδιαίτερα σοβαρό.
Η βασική ιδιαιτερότητα του υποκεφαλικού κατάγματος είναι ότι συχνά διαταράσσεται η αιμάτωση της μηριαίας κεφαλής. Η μειωμένη ή διακοπτόμενη αιμάτωση μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένη πόρωση ή μη πόρωση του κατάγματος, καθώς και σε άσηπτη νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου. Η άσηπτη νέκρωση ενδέχεται να προκαλέσει καθίζηση της κεφαλής και, σε βάθος χρόνου, μετατραυματική αρθρίτιδα του ισχίου.

Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την ηλικία του ασθενή και τον βαθμό παρεκτόπισης του κατάγματος. Σε νεότερους ασθενείς και σε απαρεκτόπιστα κατάγματα, προτιμάται η κοχλίωση (υποστήριξη) με βίδες για τη διατήρηση της φυσικής άρθρωσης. Αντίθετα, σε παρεκτοπισμένα κατάγματα σε ανθρώπους μεγαλύτερων ηλικιών, επιλέγεται η ημιαρθροπλαστική ή η ολική αρθροπλαστική ισχίου, ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργικότητα και να μειωθούν οι επιπλοκές.
Διατροχαντήριο Κάταγμα Ισχίου
Το διατροχαντήριο κάταγμα ισχίου είναι ένα εξωαρθρικό κάταγμα το οποίο εντοπίζεται στην περιοχή ανάμεσα στον μείζονα και τον ελάσσονα τροχαντήρα του μηριαίου οστού. Πρόκειται για τον συνηθέστερο τύπο κατάγματος ισχίου σε ηλικιωμένους ανθρώπους, ιδιαίτερα σε άτομα με οστεοπόρωση, και συνήθως προκαλείται από πτώση χαμηλής ενέργειας.
Ο μείζων τροχαντήρας αποτελεί μια σημαντική οστική προεξοχή στο άνω τμήμα του μηριαίου, όπου καταφύονται οι γλουτιαίοι μύες, ενώ ο ελάσσων τροχαντήρας βρίσκεται χαμηλότερα και έσω και λειτουργεί ως σημείο πρόσφυσης των καμπτήρων μυών του ισχίου. Το διατροχαντήριο κάταγμα συμβαίνει 7 έως 10 εκατοστά κάτω από την άρθρωση του ισχίου, κάτω από τον αυχένα του μηριαίου, χωρίς να επηρεάζει την αιμάτωση της μηριαίας κεφαλής. Για τον λόγο αυτό, έχει καλύτερη πρόγνωση σε σύγκριση με τα ενδοαρθρικά κατάγματα.

Τα διατροχαντήρια κατάγματα μπορεί να είναι απλά ή πολυτμηματικά, με δύο ή περισσότερα οστικά τεμάχια. Η αντιμετώπισή τους είναι κατά κύριο λόγο χειρουργικήκαι συνήθως γίνεται με ενδομυελικό ήλο (καρφί), ο οποίος τοποθετείται μέσω μικρής τομής με τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας, επιτυγχάνοντας σταθερή οστεοσύνθεση και ταχύτερη αποκατάσταση.
Υποτροχαντήριο Κάταγμα Ισχίου
Το υποτροχαντήριο κάταγμα ισχίου είναι ένα εξωαρθρικό κάταγμα που εντοπίζεται κάτω από τον ελάσσονα τροχαντήρα, στο άνω τμήμα της διάφυσης του μηριαίου οστού, ακριβώς κάτω από την άρθρωση του ισχίου. Αποτελεί λιγότερο συχνό αλλά πιο πολύπλοκο κάταγμα, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή δέχεται υψηλά μηχανικά φορτία κατά τη βάδιση και τη φόρτιση του σκέλους.
Στα υποτροχαντήρια κατάγματα, το κάταγμα μπορεί να εκτείνεται σε περισσότερες από μία ανατομικές ζώνες του μηριαίου, γεγονός που αυξάνει τη δυσκολία της σταθεροποίησης. Η παρουσία ισχυρών μυϊκών δυνάμεων στην περιοχή συχνά οδηγεί σε μετατόπιση των οστικών τεμαχίων, καθιστώντας την ακριβή ανάταξη και την επιλογή της σωστής χειρουργικής τεχνικής ιδιαίτερα κρίσιμη.
Η θεραπευτική προσέγγιση είναι σχεδόν πάντα χειρουργική, με στόχο την επίτευξη σταθερής οστεοσύνθεσης που θα επιτρέψει την πρώιμη κινητοποίηση. Συνήθως προτιμώνται ενδομυελικές μέθοδοι σταθεροποίησης, οι οποίες ανταποκρίνονται στις αυξημένες μηχανικές απαιτήσεις της περιοχής. Η σωστή χειρουργική αντιμετώπιση παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργική αποκατάσταση και στη μείωση των επιπλοκών, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Πώς Προκαλούνται Τα Κατάγματα Ισχίου;
Ο τρόπος με τον οποίον προκαλείται ένα κάταγμα ισχίου διαφέρει ανάλογα με την ηλικία του ασθενή κατά κύριο λόγο, ενώ υπάρχουν και ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι ενισχύουν την πιθανότητα να προκύψει κάποιο κάταγμα γοφού.
Σε ανθρώπους νεαρής ηλικίας, ο τραυματισμός αυτός προκύπτει κατά κύριο λόγο έπειτα από μία ισχυρή πτώση κατά τη διάρκεια αθλημάτων ή από πτώση από μεγάλο ύψος σε άλλη περίσταση. Επιπλέον, τα κατάγματα στον γοφό είναι πολύ συχνά κατά τα τροχαία ατυχήματα. Σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, έχουμε συχνά πτώσεις οι οποίες οδηγούν σε κατάγματα ισχίου. Οι πτώσεις αυτές μπορεί να μην είναι πολύ ισχυρές, αλλά εξαιτίας της οστεοπόρωσης από την οποία πάσχουν πολλοί ηλικιωμένοι άνθρωποι, ειδικά οι γυναίκες, τα οστά είναι πιο λεπτά και, κατ’ επέκταση, πιο εύθραυστα, οπότε το ισχίο είναι πολύ πιο εύκολο να ραγίσει ή και να σπάσει.
Οι παράγοντες κινδύνου στην περίπτωση των καταγμάτων γοφού είναι οι εξής:
Φύλο: Τα κατάγματα ισχίου εμφανίζονται σαφώς συχνότερα στις γυναίκες, καθώς η απώλεια οστικής πυκνότητας εξελίσσεται ταχύτερα, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση.
Ηλικία: Με την πάροδο των ετών μειώνεται η οστική πυκνότητα, ενώ παράλληλα συχνά εμφανίζονται διαταραχές όρασης, ισορροπίας και κινητικότητας, που αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων.
Οστεοπόρωση: Η προοδευτική απώλεια της οστικής μάζας κάνει πιο εύθραυστα οστά, αυξάνοντας σημαντικά την πιθανότητα κατάγματος ακόμη και μετά από μια ήπια κάκωση.
Χρόνιες παθήσεις: Ενδοκρινικές διαταραχές, όπως ο υπερθυρεοειδισμός, καθώς και παθήσεις του πεπτικού που επηρεάζουν την απορρόφηση ασβεστίου και βιταμίνης D, μπορούν να συμβάλουν στην εξασθένηση των οστών.
Νευρολογικές παθήσεις: Καταστάσεις όπως η άνοια, η νόσος του Πάρκινσον, το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και η περιφερική νευροπάθεια αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων λόγω μειωμένου συντονισμού και ισορροπίας.
Φαρμακευτική αγωγή: Η μακροχρόνια χρήση κορτιζόνης μπορεί να αποδυναμώσει τα οστά, ενώ φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως είναι τα ηρεμιστικά, τα υπνωτικά και τα αντιψυχωσικά σκευάσματα, καθώς και συγκεκριμένοι συνδυασμοί φαρμάκων ενδέχεται να προκαλέσουν ζάλη και αστάθεια.
Έλλειψη σωματικής άσκησης: Η απουσία τακτικής δραστηριότητας, όπως το περπάτημα, οδηγεί σε εξασθένηση των μυών και των οστών, αυξάνοντας αναπόφευκτα τον κίνδυνο πτώσεων και, συνεπώς, καταγμάτων.
Διατροφικές ελλείψεις: Η ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία, περιορίζει τη μέγιστη οστική μάζα και αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων αργότερα στη ζωή.
Κάπνισμα και αλκοόλ: Το κάπνισμα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ παρεμβαίνουν στους φυσιολογικούς μηχανισμούς αναδόμησης των οστών, οδηγώντας σε σταδιακή απώλεια της οστικής πυκνότητας.
Κατάγματα Ισχίου – Συμπτώματα
Τα κατάγματα ισχίου εκδηλώνονται συνήθως με έντονα και χαρακτηριστικά συμπτώματα, τα οποία εμφανίζονται αμέσως μετά από την πτώση ή το ατύχημα. Η βαρύτητα των εκδηλώσεων μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τον τύπο και τη σοβαρότητα του κατάγματος. Ωστόσο, ακόμη και τα πιο ήπια κατάγματα δεν πρέπει να υποτιμώνται, καθώς ενδέχεται να συνοδεύονται από σοβαρές επιπλοκές αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα.
Συνοψίζοντας, τα συμπτώματα τα οποία συνοδεύουν ένα κάταγμα γοφού είναι τα παρακάτω:
Έντονος, οξύς πόνος στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα, ο οποίος επιδεινώνεται με την κίνηση, την πίεση ή την προσπάθεια φόρτισης
Αδυναμία στήριξης ή φόρτισης του τραυματισμένου σκέλους
Δυσκολία στη βάδιση ή πλήρης αδυναμία κίνησης, συχνά αμέσως μετά τον τραυματισμό
Παραμόρφωση του κάτω άκρου, με το πόδι να φαίνεται πιο κοντό και σε έξω στροφή
Οίδημα, πρήξιμο ή αιμάτωμα (εκχύμωση) στην περιοχή του ισχίου
Πόνος στην έξω επιφάνεια του ισχίου και τη βουβωνική περιοχή
Δυσκολία στην κάμψη ή την ενεργητική κίνηση του ισχίου
Κατάγματα Ισχίου – Διάγνωση
Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση είναι καθοριστική για τη σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση.
Η διάγνωση του κατάγματος ισχίου βασίζεται αρχικά στην κλινική εξέταση, κατά την οποία αξιολογούνται ο πόνος, η κινητικότητα, η ευαισθησία και η θέση του σκέλους. Ακολουθεί απεικονιστικός έλεγχος, με πρώτη επιλογή την απλή ακτινογραφία ισχίου, λεκάνης και μηριαίου, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για την επιβεβαίωση της διάγνωσης και για τους βασικούς τύπους καταγμάτων.
Σε αμφίβολες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε απαρεκτόπιστα ή ρωγμώδη κατάγματα που δεν είναι εμφανή στην ακτινογραφία, απαιτείται αξονική ή μαγνητική τομογραφία για ακριβέστερη εκτίμηση. Σπανιότερα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σπινθηρογράφημα οστών.
Κατάγματα Ισχίου – Αντιμετώπιση / Θεραπεία
Η θεραπεία των καταγμάτων ισχίου εξαρτάται από τον τύπο του κατάγματος, την ηλικία και τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή. Η αντιμετώπιση που θα επιλεγεί μπορεί να είναι είτε η συντηρητική θεραπεία είτε το χειρουργείο, με στόχο τη σταθεροποίηση και την αποκατάσταση της λειτουργικότητας της άρθρωσης του ισχίου. Η κατάλληλη χειρουργική επέμβαση επιλέγεται εξατομικευμένα, ώστε να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή αποκατάσταση για κάθε ασθενή.
Υποκεφαλικό Κάταγμα Ισχίου
Συντηρητική Θεραπεία
Η συντηρητική θεραπεία στο υποκεφαλικό κάταγμα ισχίου εφαρμόζεται σπάνια και αφορά κυρίως απαρεκτόπιστα κατάγματα ή ασθενείς με σοβαρές αντενδείξεις για χειρουργείο. Περιλαμβάνει αυστηρή κατάκλιση, αναλγητική αγωγή και στενή ιατρική παρακολούθηση. Ωστόσο, λόγω του υψηλού κινδύνου διαταραχής της αιμάτωσης της μηριαίας κεφαλής, η συντηρητική αντιμετώπιση συνοδεύεται από αυξημένο ποσοστό επιπλοκών, όπως καθυστερημένη πόρωση ή άσηπτη νέκρωση.
Χειρουργείο / Επέμβαση
Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί την κύρια επιλογή. Σε νεότερους ασθενείς ή σε απαρεκτόπιστα κατάγματα εφαρμόζεται κοχλίωση με βίδες, με στόχο τη διατήρηση της φυσικής άρθρωσης. Σε παρεκτοπισμένα κατάγματα μεγαλύτερων ηλικιών, προτιμάται η ημιαρθροπλαστική ή η ολική αρθροπλαστική ισχίου, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος επιπλοκών και να επιτευχθεί ταχύτερη κινητοποίηση. Η αρθροπλαστική μπορεί να γίνει με τη μέθοδο AMIS. Για τη μέθοδο AMIS βλ. Ολική Aρθροπλαστική Ισχίου AMIS.
Διατροχαντήριο Κάταγμα Ισχίου
Συντηρητική Θεραπεία
Η συντηρητική θεραπεία στο διατροχαντήριο κάταγμα ισχίου έχει περιορισμένο ρόλο και εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η γενική κατάσταση του ασθενή δεν επιτρέπει χειρουργική επέμβαση. Η παρατεταμένη ακινητοποίηση, ωστόσο, αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών, όπως θρομβοεμβολικά επεισόδια, κατακλίσεις και μυϊκή ατροφία, γεγονός που καθιστά τη χειρουργική λύση προτιμότερη.
Χειρουργείο / Επέμβαση
Η χειρουργική επέμβαση είναι η θεραπεία εκλογής. Συνήθως πραγματοποιείται με ενδομυελικό ήλο (καρφί), ο οποίος τοποθετείται μέσα στον μυελό του μηριαίου μέσω μικρής τομής. Η τεχνική αυτή προσφέρει σταθερή οστεοσύνθεση, αντέχει στα μηχανικά φορτία και επιτρέπει την πρώιμη φόρτιση και κινητοποίηση του ασθενή.
Υποτροχαντήριο Κάταγμα Ισχίου
Συντηρητική Θεραπεία
Η συντηρητική αντιμετώπιση στο υποτροχαντήριο κάταγμα σπάνια ενδείκνυται, καθώς πρόκειται για περιοχή με υψηλές μηχανικές απαιτήσεις. Η ακινητοποίηση χωρίς σταθερή οστεοσύνθεση συνδέεται με υψηλό κίνδυνο μη πόρωσης και παραμόρφωσης, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ή οστεοπορωτικούς ασθενείς.
Χειρουργείο / Επέμβαση
Η θεραπεία είναι σχεδόν πάντα χειρουργική, με χρήση ενδομυελικών συστημάτων σταθεροποίησης που εξασφαλίζουν αντοχή στις μυϊκές δυνάμεις της περιοχής. Η σωστή ανάταξη και η σταθερή οστεοσύνθεση είναι καθοριστικές για την επιτυχή έκβαση και την αποφυγή επιπλοκών.
Ανάρρωση – Αποκατάσταση Μετά Από Χειρουργείο
Η αποκατάσταση μετά από ένα κάταγμα ισχίου ξεκινά άμεσα, συχνά από το πρώτο 24ωρο μετά την επέμβαση, με καθοδήγηση φυσικοθεραπευτή. Ο χρόνος αποκατάστασης ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του κατάγματος, τη μέθοδο θεραπείας και τη γενική κατάσταση της υγείας του εκάστοτε ασθενή. Η σταδιακή φόρτιση, η ενδυνάμωση των μυών και η πρόληψη επιπλοκών αποτελούν βασικούς στόχους. Η πλήρης ανάρρωση μπορεί να απαιτήσει αρκετές εβδομάδες έως μήνες, με στόχο την ασφαλή επιστροφή στην καθημερινότητα
Ο Ορθοπαιδικός Χειρουργός Δημήτρης Λύρας βρίσκεται στη διάθεσή σας για περισσότερες πληροφορίες. Επικοινωνήστε με το ιατρείο του στον Χολαργό ή τα Ιλίσια και κλείστε ραντεβούγια διάγνωση και θεραπεία!